Η χρηματοπιστωτική κρίση και ο ενιαίος επόπτης

EUROPA

Η διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση μάς αιφνιδίασε. Οπως κάθε κρίση, έτσι και αυτή υπήρξε απρόβλεπτη, αλλά και αναπόφευκτη. Παρ΄ όλο που κάποιοι επιστήμονες την περίμεναν, εν τούτοις δε μπόρεσαν να την προβλέψουν, πόσο μάλλον να την αντιμετωπίσουν. Το ίδιο ισχύει και για τις κυβερνήσεις και τις εποπτικές αρχές. Ωστόσο τίθεται το ερώτημα: Μήπως μπορούσαν να την προλάβουν;

Η πρόσφατη κρίση έχει δύο πολύ χαρακτηριστικά αίτια. Το πρώτο έχει ήδη αναλυθεί διεξοδικά. Πρόκειται για την πολιτική φθηνού χρήματος που ενθάρρυνε τη συνεχή μόχλευση ( leverage ) των αξιών με εύκολο δανεισμό και τη δυνατότητα μεταφοράς κινδύνου από τις τράπεζες σε τρίτους επενδυτές. Το δεύτερο χαρακτηριστικό, το οποίο λίγοι αναγνωρίζουν, είναι ο κατακερματισμός της χρηματοπιστωτικής εποπτείας μεταξύ των διαφόρων εποπτικών αρχών τόσο σε εθνικό όσο και σε υπερεθνικό επίπεδο. Η κρίση δεν ξέσπασε σε μη εποπτευόμενη περιοχή, όπως θέλουν κάποιοι να πιστεύουν. Η νέα όμως νομοθεσία των ΗΠΑ για τον αυστηρότερο έλεγχο των ενυπόθηκων δανείων του 2008 προσέθεσε και την κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ ( Fed ) στη λίστα των ελεγχόντων αρχών, δυσχεραίνοντας με τον τρόπο αυτό τον συντονισμό των αρχών εποπτείας σε ομοσπονδιακό και πολιτειακό επίπεδο.

Πριν από μερικά χρόνια ανώτατοι αξιωματούχοι της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών ( ΒΙS ) είχαν αρχίσει να κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου. Κανείς όμως δεν έδινε σημασία στις προειδοποιήσεις αυτές.

Ενα από τα σημαντικότερα μηνύματα της πρόσφατης κρίσης είναι ότι οι αγορές δεν αυτορρυθμίζονται και τα προβλήματά τους δεν αυτοδιορθώνονται. Η προσδοκία ότι η αγορά θα ισορροπήσει από μόνη της εξανεμίστηκε. Ετσι, με αφορμή την πρόσφατη χρηματοπιστωτική κρίση διάφορες κυβερνήσεις – μεταξύ των οποίων και η ελληνική- βρήκαν την ευκαιρία να νοσταλγήσουν συνταγές του παρελθόντος και να προτείνουν κατά έναν άδικο, κατά τη γνώμη μου, τρόπο να επωμιστεί το σύνολο του φορολογούμενου κοινωνικού συνόλου το κόστος της ατομικής ή εταιρικής ευθύνης (ή ανευθυνότητας). Αντίστοιχα, οι ευρωπαίοι ηγέτες εξέφρασαν τη βούλησή τους να αναλάβουν συντονισμένη και ολοκληρωμένη δράση για την αποκατάσταση της εύρυθμης λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Προχωρώντας ένα βήμα παραπέρα, κάποιοι εξέφρασαν την ελπίδα για ένα «νέο σύνταγμα για τον χρηματοοικονομικό κλάδο», για έναν «νέο καπιταλισμό» ή ακόμη και ένα «νέο Βretton Woods». Κάνοντας όμως και ένα βήμα παραπίσω, τα κράτη-μέλη δεν κατάφεραν να συμφωνήσουν ως προς τις θεσμικές και ρυθμιστικές μεταβολές που κρίνονται απαραίτητες σε πανευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο για τη δημιουργία ελεγκτικών μηχανισμών του χρηματοπιστωτικού συστήματος ή μιας δομής διαχείρισης οικονομικών κρίσεων. Τα ευχολόγια περί «καλύτερου συντονισμού των εποπτικών αρχών» ή περί περισσότερης διαφάνειας και ανάληψης μικρότερου κινδύνου δεν αγγίζουν καν το πρόβλημα. Η παρέμβαση εμποδίζει ενδεχομένως τη μετάγγιση της κρίσης στην πραγματική οικονομία, δεν συμβάλλει όμως στην επίλυση προβλημάτων. Αντίθετα, δημιουργεί προβλήματα «ηθικού κινδύνου» ( moral hazard ) αφού όχι μόνο δεν τιμωρεί τους υπαίτιους αλλά τους αποζημιώνει με υψηλά μπόνους. Η απάντηση στην κρίση και η αναγκαία μεταρρύθμιση του χρηματοπιστωτικού συστήματος δεν μπορεί να είναι αποσπασματική. Λύσεις σε εθνικό επίπεδο δεν είναι ποτέ αρκετές, ενώ η παρέμβαση που συντελείται την ώρα της κρίσης δεν μπορεί να είναι επαρκής. Αντίθετα, αναγκαία είναι η επανεξέταση, επανολοκλήρωση και ενοποίηση του εποπτικού χώρου και η αναζήτηση δυνατοτήτων και μορφών μακροοικονομικού ελέγχου σε ολόκληρο το χρηματοπιστωτικό σύστημα, τόσο σε εθνικό όσο και σε υπερεθνικό επίπεδο.

Είναι πια φανερό ότι η Ευρώπη χρειάζεται ένα σύστημα εποπτείας και χρηματοπιστωτικής σταθερότητας το οποίο θα έχει κύριο στόχο την πρόβλεψη, την αποφυγή, τη διαχείριση και την επίλυση των συστημικών κρίσεων. Το πανευρωπαϊκό σύστημα εποπτείας θα μπορούσε να θεσπιστεί είτε με τη μεταφορά αρμοδιοτήτων στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) είτε με τη δημιουργία ενός ενιαίου πανευρωπαϊκού επόπτη, ο οποίος θα βρίσκεται σε άμεση θεσμική και λειτουργική συνεργασία με αυτήν. Η πρώτη λύση είναι ρυθμιστικά ευκολότερη και λιγότερο «επώδυνη» εφόσον δε θα απαιτήσει την τροποποίηση της υπάρχουσας Συνθήκης.

Οσον αφορά τη δεύτερη λύση, η υποδομή του δικτύου των χρηματοπιστωτικών αρχών υπάρχει και λειτουργεί ικανοποιητικά τα τελευταία πέντε χρόνια, τόσο στον επικουρικό νομοθετικό του ρόλο όσο και σε θέματα συντονισμού και ομοιόμορφης εφαρμογής των κοινοτικών κανόνων στη δικαιοδοσία των 27 κρατών-μελών. Ο επόπτης, όμως, θα πρέπει να έχει ισχυρές εκχωρημένες εξουσίες λήψης αποφάσεων, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσεων, καθώς και τη δύναμη να επιβάλει τους κανόνες του στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Θα πρέπει να έχει ενιαία φωνή απέναντι στις τρίτες χώρες, έτσι ώστε να μπορεί να διαπραγματεύεται καλύτερα τη θέσπιση διεθνών κανόνων και προτύπων. Η ενιαία αυτή αρχή θα προσφέρει τεράστια οφέλη και οικονομίες κλίμακος τόσο στα κράτημέλη όσο και στους εποπτευόμενους φορείς, εφόσον οι τελευταίοι δεν θα είναι αναγκασμένοι να «πληρώνουν» τις εκάστοτε απαιτήσεις των διαφορετικών αρχών των κρατών-μελών.

Μια αντίστοιχη νέα αρχιτεκτονική του χρηματοπιστωτικού συστήματος είναι αναγκαία και σε παγκόσμια κλίμακα. Σήμερα αποτελεί « ultimum refugium » η δημιουργία μιας εποπτικής αρχής με παγκόσμια εμβέλεια, η οποία θα προσφέρει ενεργή αρωγή στη ροή πληροφοριών μεταξύ των εθνικών αρχών και εργαλεία συντονισμένης δράσης σε περιόδους διεθνών κρίσεων. Ηδη από το 1998 οι Εatwell και Τaylor τόνιζαν την προοπτική δημιουργίας ενός παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού επόπτη ο οποίος μπορεί να βασιστεί στη δομή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ), θα μπορούσε να αναλάβει κάποιες ή όλες τις αρμοδιότητες που είναι κατακερματισμένες μεταξύ εθνικών εποπτικών, διεθνών οργανισμών και άλλων φορέων παραγωγής διεθνών κανόνων και προτύπων, όπως είναι η αδειοδότηση των χρηματοπιστωτικών εταιρειών, η παροχή και ανταλλαγή πληροφοριών και η εποπτεία και εφαρμογή των κανόνων.

Οποια, όμως, και αν είναι η επιλογή της θεσμικής μορφής του (εθνικού ή υπερεθνικού) επόπτη, η μεταρρύθμιση της διεθνούς χρηματοπιστωτικής εποπτείας έχει δύο σημαντικές προϋποθέσεις:

1. Ο επόπτης θα πρέπει να εξοπλιστεί με ισχύ αντίστοιχη του έργου που θα αναλάβει.

2. Θα πρέπει να υπάρξει συλλογική πολιτική βούληση για τη θεσμοθέτηση νέων διεθνών κανόνων και τη μεταφορά αρμοδιοτήτων σε υπερεθνικό επίπεδο. Για λόγους νομιμότητας, αλλά και αποτελεσματικότητας, το consensus αυτό θα πρέπει να περιλαμβάνει όσο το δυνατόν περισσότερες αναπτυσσόμενες χώρες (τουλάχιστον το G20 αντί για το G7 ή το G8).

Δημοσιευμένο στο ΒΗΜΑ (http://www.tovima.gr/relatedarticles/article/?aid=22197)

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *


*

You may use these HTML tags and attributes: