Ο γενικός εισαγγελέας προτείνει στο ΔΕΕ την αναίρεση της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου «Kadi II»

5360948436_7d523baf05_o

Το 2005, το Πρωτοδικείο εξέδωσε τις πρώτες αποφάσεις του (Kadi I) επί των πράξεων που εκδόθηκαν στο πλαίσιο της καταπολεμήσεως της τρομοκρατίας, κρίνοντας ότι οι ευρωπαϊκοί κανονισμοί που θέτουν σε εφαρμογή τα μέτρα του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών δεν υπόκεινται, σε μεγάλο βαθμό, σε δικαστικό έλεγχο.

 
Το 2008, το Δικαστήριο, εκτιμώντας αντιθέτως ότι τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης οφείλουν να διασφαλίζουν τον, κατ’ αρχήν πλήρη, έλεγχο της νομιμότητας όλων των πράξεων της Ένωσης – περιλαμβανομένων των πράξεων που θέτουν σε εφαρμογή ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας – έκρινε ότι οι υποχρεώσεις που απορρέουν από διεθνή συμφωνία δεν μπορούν να θίγουν την αρχή του σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Έτσι, ακύρωσε τον κανονισμό για την επιβολή συγκεκριμένων περιοριστικών μέτρων κατά προσώπων που συνδέονται με τον Οσάμα Μπιν Λάντεν, στον βαθμό που ο κανονισμός αυτός προσέβαλλε διάφορα θεμελιώδη δικαιώματα που ο Yassin Abdullah Kadi αντλούσε από το κοινοτικό δίκαιο. Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι αρχές που διέπουν την προερχόμενη από τα Ηνωμένα Έθνη διεθνή έννομη τάξη δεν συνεπάγονται τη δικαστική ασυλία πράξεως της Ένωσης. Ερμηνεύοντας την απόφαση Kadi του Δικαστηρίου, το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε τον νέο κανονισμό της Επιτροπής που διατηρούσε τη δέσμευση των κεφαλαίων του Υ. Α. Kadi, θεωρώντας ότι όφειλε να διασφαλίσει τον πλήρη και αυστηρό δικαστικό έλεγχο της νομιμότητας της πράξεως αυτής.

 
Η Επιτροπή, το Συμβούλιο και το Ηνωμένο Βασίλειο προσέβαλαν την τελευταία αυτή απόφαση με τις υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως.

Στις προτάσεις του που ανέπτυξε ο γενικός εισαγγελέας Yves Bot υπενθυμίζει ότι το Δικαστήριο έχει ήδη διευκρινίσει ότι, χωρίς να αμφισβητείται η υπεροχή ενός ψηφίσματος του Συμβουλίου Ασφαλείας σε διεθνές επίπεδο, ο σεβασμός που επιβάλλεται να επιδεικνύουν τα κοινοτικά όργανα έναντι των οργάνων των Ηνωμένων Εθνών δεν μπορεί να συνεπάγεται την πλήρη παρεμπόδιση του ελέγχου της νομιμότητας της κοινοτικής πράξεως υπό το πρίσμα των θεμελιωδών δικαιωμάτων, ακόμα και όταν υπάρχει μικρό περιθώριο χειρισμών εκ μέρους των θεσμικών οργάνων της Ένωσης για την εφαρμογή του διεθνούς δικαίου. Κατά τη γνώμη του, είναι απίθανο να αλλάξει το Δικαστήριο την άρνησή του να αναγνωρίσει δικαστική ασυλία υπέρ μιας πράξεως της Ένωσης όπως ο προσβαλλόμενος κανονισμός.

 
Ο γενικός εισαγγελέας εκτιμά ότι το Δικαστήριο, με την απόφασή του Kadi, έθεσε την αρχή του δικαστικού ελέγχου, του οποίου η περίμετρος πρέπει τώρα να διευκρινιστεί. Αναλύοντας τη συλλογιστική του Γενικού Δικαστηρίου, εντοπίζει διάφορα σφάλματα στα οποία υπέπεσε το δικαιοδοτικό αυτό όργανο. Εκτιμά, συγκεκριμένα, ότι το Δικαστήριο, καίτοι καθιέρωσε με την απόφασή του Kadi την αρχή του δικαστικού ελέγχου, εντούτοις ουδόλως όρισε τη φύση του ελέγχου αυτού. Κατά τη γνώμη του, μια πληθώρα λόγων αποκλείει το να γίνει δεκτός ως κανόνας ένας δικαστικός έλεγχος όπως αυτός τον οποίο απαιτεί το Γενικό Δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Οι λόγοι αυτοί άπτονται της προληπτικής φύσεως των επίμαχων μέτρων, του διεθνούς πλαισίου στο οποίο εντάσσεται η προσβαλλόμενη πράξη, της αναγκαιότητας συμβιβασμού μεταξύ των προταγμάτων της καταπολεμήσεως της τρομοκρατίας και αυτών της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων, της πολιτικής φύσεως των εκτιμήσεων στις οποίες έχει προβεί η επιτροπή κυρώσεων για να αποφασίσει να εγγράψει ένα πρόσωπο ή μια οντότητα στον κατάλογο, καθώς και των βελτιώσεων που η ενώπιον του οργάνου αυτού διαδικασία έχει σημειώσει τα τελευταία χρόνια και ειδικότερα μετά την απόφαση Kadi του Δικαστηρίου.

Ο γενικός εισαγγελέας παρατηρεί μεταξύ άλλων ότι τα μέτρα δεσμεύσεως των κεφαλαίων συνιστούν συντηρητικά μέτρα, οπότε τα κεφάλαια δεσμεύονται αλλά δεν δημεύονται. Επιπλέον, τα μέτρα αυτά δεν συνιστούν ποινικές κυρώσεις, αλλά θεσπίστηκαν προς εμπέδωση, σε διεθνές επίπεδο, της ειρήνης και της ασφάλειας. Περαιτέρω, διάφορες διατάξεις των Συνθηκών συνηγορούν υπέρ ενός περιορισμού του δικαστικού ελέγχου και υπέρ μιας κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας της Ευρωπαϊκής Ένωσης που να σέβεται τη δράση που ασκείται από τα Ηνωμένα Έθνη.

 
Ο γενικός εισαγγελέας διαπιστώνει επίσης ότι σημειώθηκαν βελτιώσεις στη διαδικασία ενώπιον της επιτροπής κυρώσεων με γνώμονα τον σεβασμό των δικαιωμάτων άμυνας. Η εξέλιξη αυτή καταδεικνύει ότι στα Ηνωμένα Έθνη υπάρχει μια συνειδητοποίηση του ότι, παρά τις απαιτήσεις της εμπιστευτικότητας, οι διαδικασίες εγγραφής και διαγραφής πρέπει πλέον να εφαρμόζονται στη βάση ενός επαρκούς επιπέδου πληροφοριών, ότι η γνωστοποίηση των πληροφοριών αυτών στον ενδιαφερόμενο πρέπει να ενθαρρύνεται και ότι η αιτιολογική έκθεση πρέπει να είναι επαρκώς τεκμηριωμένη.

 
Με δεδομένα τα στοιχεία αυτά, η γνώμη του γενικού εισαγγελέα είναι ότι οι διαδικασίες εγγραφής και διαγραφής στο πλαίσιο της επιτροπής κυρώσεων παρουσιάζουν επαρκείς εγγυήσεις ώστε τα θεσμικά όργανα της Ένωσης να μπορούν να τεκμαίρονται το βάσιμο των αποφάσεων που λαμβάνει το όργανο αυτό. Ο δικαστής της Ένωσης δεν πρέπει συνεπώς να ασκεί διεξοδικό έλεγχο του βασίμου της εγγραφής βάσει των αποδεικτικών στοιχείων στα οποία στηρίζονται οι εκτιμήσεις της επιτροπής κυρώσεων, αλλά απλώς να μεριμνά ώστε μια εγγραφή στο πλαίσιο της Ένωσης να μη στηρίζεται σε αιτιολογική έκθεση προδήλως ανεπαρκής ή εσφαλμένη.

Στη συνέχεια, ο γενικός εισαγγελέας διατυπώνει προτάσεις σχετικά με τον δικαστικό έλεγχο ο οποίος θα έπρεπε να ασκείται επί των πράξεων της Ένωσης που θέτουν σε εφαρμογή αποφάσεις της επιτροπής κυρώσεων. Κατ’ αυτόν, οι τυπικές και διαδικαστικές πτυχές της προσβαλλομένης πράξεως πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο κανονικού ελέγχου (ελέγχου της εξωτερικής νομιμότητας). Ο δικαστής της Ένωσης οφείλει να ελέγξει αυστηρά αν η πράξη αυτή εκδόθηκε στο πλαίσιο διαδικασίας στην οποία έγιναν σεβαστά τα δικαιώματα άμυνας. Οφείλει, ειδικότερα, να ελέγξει αν γνωστοποιήθηκε στον ενδιαφερόμενο η αιτιολογία της εγγραφής, αν η αιτιολογία αυτή είναι επαρκής για να του παρασχεθεί η δυνατότητα να αμυνθεί επωφελώς, αν αυτός μπόρεσε να υποβάλει τις παρατηρήσεις του στην Επιτροπή και αν αυτή τις έλαβε επαρκώς υπόψη. Το υψηλό αυτό επίπεδο απαιτήσεων σε πλαίσιο διαδικασίας εγγυάται έναν προσήκοντα συμβιβασμό μεταξύ της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων και της καταπολεμήσεως της τρομοκρατίας.

 
Αντιθέτως, ο δικαστής της Ένωσης οφείλει να ασκήσει περιορισμένο έλεγχο όσον αφορά το βάσιμο της αιτιολογίας (έλεγχος της εσωτερικής νομιμότητας), περιοριζόμενος στον έλεγχο της υπάρξεως πρόδηλης πλάνης. Συγκεκριμένα, για την αξιολόγηση της σκοπιμότητας μιας εγγραφής αρμόδια είναι η επιτροπή κυρώσεων. Εξέταση από την Επιτροπή και από τον δικαστή της Ένωσης των αποδείξεων και των πληροφοριών επί των οποίων η επιτροπή αυτή στηρίχθηκε για να συντάξει την αιτιολογική έκθεση δεν μπορεί, συνεπώς, να απαιτηθεί εν ονόματι της προστασίας των δικαιωμάτων άμυνας και του δικαιώματος επί αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.

One thought on “Ο γενικός εισαγγελέας προτείνει στο ΔΕΕ την αναίρεση της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου «Kadi II»

  1. Yannis Post author

    Παρατηρήσεις για τις προηγούμενες αποφάσεις Kadi I (T-315/01, ECR 2005, II-3649) και τις αναιρετικές στο ΔΕΕ (C-402/05P and C-415/05P, ECR 2008, I-6351) υπάρχουν στην ανάλυση του Γ. Αυγερινού για το άρθρο 215 ΣΛΕΕ, στο Β. Χριστιανός (επ), Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης – ερμηνεία κατ’ άρθρο (Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη, 2012), σ. 958-961

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *


*

You may use these HTML tags and attributes: